Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2016

Κάπου Ανάμεσα, Κακό Πράγμα

Πάντα ήθελα να μένω μόνος, ακόμα και σε στιγμές που δεν θα έπρεπε. Μόνος στο θρανίο στο γραφείο, όταν ήθελα να συγκεντρωθώ. Μόνος στο σπίτι, όταν ήθελα να διαβάσω. Μόνος στο δωμάτιο για να δω την αγαπημένη μου σειρά. Μόνος στο τραπέζι όταν παράγγελνα το αγαπημένο μου delivery.

Αν με ρωτούσες, δεν το συνειδητοποιούσα. Αντίθετα, θα σου έλεγα πως είμαι η ψυχή της παρέας. Μετά από πολλά χρόνια φοιτητικής διαβίωσης, ξανάμεινα με τη μάνα μου. Όχι επειδή το θέλαμε, αλλά έτσι έτυχε να το φέρει η συγκυρία. Βόλευε. Και στα 24 ξανάμαθα να μοιράζομαι.

Στην αρχή δεν μου άρεσε. Ήταν που και όταν πήγαινα σχολείο, μέναμε σε μια μεζονέτα και είχαμε χωρίσει τους ορόφους. Σχεδόν δεν βλεπόμασταν, αν το θέλαμε. Κάτι τα ταξίδια, κάτι τα διαβάσματα, γενικά σολάραμε σε εκείνο το σπίτι. Στα 24 όμως δεν ήταν έτσι. Στα 24 είπαμε να κάνουμε παρέα. Να αράξουμε στο σαλόνι να δούμε ταινίες. Να μας πάρει ο ύπνος στους καναπέδες. Να φάμε παρέα ένα βράδυ στην Κηφισιά, έτσι απλά σουβλάκια. Να πάμε παρέα μέχρι το Λαγονήσι μια βόλτα με το αμάξι, έτσι για να πιούμε ένα καφεδάκι στη 1 τη νύχτα.

Να μη στα πολυλέω, η μάνα μου έμοιαζε κυρίως με την καλύτερη μου φίλη. Με την οποία συγκατοικούσα κιόλας. Μάνα μου είναι βέβαια και με εκνευρίζει, γιατί γιος της είμαι παναπόλα.
Τώρα, λόγω δουλειάς, μας χωρίζουν αρκετά χιλιόμετρα. Ξέμεινα σπίτι και παράγγειλα μακαρονάδα (που συνήθως δεν χαρίζω μπουκιά) και κάτι κοτοπουλάκια που κατάλαβα ότι μας αρέσουν. Και ξέρετε κάτι; Αυτά τα παρείστικα delivery δεν είναι για έναν. Όσο ωραίο κι αν είναι το φαγητό στα 27, είναι φτιαγμένο για δύο.

Και επειδή, με αυτά και με αυτά, όταν λείπει η συγκάτοικος, εγώ είμαι μόνος μου, τελικά μετάνιωσα που πήρα τη μερίδα μόνος μου. Ή μαζί ή μόνος. Το κάτι ανάμεσα δεν λέει. Ίσα ίσα που σε ενοχλεί.

Γι’ αυτό σας λέω, σε δυάδες να ζείτε. Μετράει.


Υ.Γ. Μου λείπεις μαμά. 

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2016

Ωραίο πράγμα οι ιστορίες…

Aπό μικρός, θυμάμαι, μου άρεσε να στήνω τις δικές μου ιστορίες. Έπαιρνα ένα πραγματικό πρόσωπο ή περιστατικό και έστηνα γύρω του μια πλούσια πλοκή. Έτσι, κάθε φορά που έβλεπα έναν άνθρωπο είχα στο πίσω μέρος του μυαλού μου ένα ολόκληρο κρυφό κόσμο να τον περιστοιχίζει.
Όλα ξεκίνησαν κάποια Χριστούγεννα, παραπάνω από 20 χρόνια πριν. Τότε, που ο θείος Αντωνάκης με έπαιρνε αγκαλιά, μου φούσκωνε το κόκκινο ελάφι μου και μου έλεγε να κάνω ησυχία, αφού οι γείτονες που έμεναν από κάτω θα ενοχληθούν – τι κι αν μέναμε σε μονοκατοικία. Εκεί στην αγκαλιά του έστησα τις πρώτες μου ιστορίες, να του τις λέω και εκείνος να χαμογελάει σαν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου. Κανείς ποτέ δεν με κοίταξε έτσι, με τόση καλοσύνη, με τόση περηφάνια. Γι’ αυτό και όταν έφυγε, πείσμωσα και άρχισα να γράφω αυτά που με ενέπνευσε.
Ξέρεις τι ωραίο πράγμα είναι οι ιστορίες; Δίνουν αρχή, μέση και τέλος στην πιο μικρή στιγμή της καθημερινότητάς σου. Αν το καλοσκεφτώ, κάθε πρόσωπο της ζωής μου κρύβει και μια μικρή ιστορία. Με μένα, για μένα, ίσως αληθινή, ίσως φτιαχτή. Γιατί, τι σημασία έχουν οι άνθρωποι, αν δεν γίνουν κομμάτι της ιστορίας σου; Όλοι μας μια ιστορία είμαστε.
Πόσες ιστορίες δεν έστησα μόνος μου; Και μάλιστα οι ωραιότερες ιστορίες είναι αυτές που έζησα και μόνος μου. Δεν είχα κανέναν να μου τις λερώσει, να μου τις γειώσει, να μου πει την αλήθεια ίσως. Οι ιστορίες μου έχουν αφορμή, πρόλογο, κορύφωση και αυλαία. Ακόμα και οι πιο σκοτεινές, τα έχουν όλα. Ακόμα και αυτές που θέλω να ξεχάσω, οι οδυνηρές, έχουν καταχωρηθεί μέσα μου ως ιστορίες διδακτικές για το μέλλον.
Όμως αυτές που λατρεύω είναι οι ιστορίες αγάπης. Εκεί δίνω πόνο. Θυμάμαι μικρούλης, κάθε βράδυ, έγραφα για μια ιστορία αγάπης. Σήμερα, έχουν περάσει 10 χρόνια και βάλε, μόνο που η ιστορία αυτή είναι τόσο λαμπερή στη ψυχή μου και όταν τη θυμάμαι χαμογελάω μόνο. Και δεν στο κρύβω πως ζω για να γράψω τη συνέχειά της. Και πες με ονειροπόλο, μα το ξέρω πως θα κάνω τα πάντα για να ολοκληρωθεί.
Πόσο περήφανος θα ήταν ο θείος Αντωνάκης για αυτό που έγινα… Ένας μικρός, σύγχρονος παραμυθάς. Θα έσκυβε, πανύψηλος και αντρίκιος καθώς ήταν, θα μου έδινε ένα φιλί και θα μου έλεγε «Bimbo, τα καταφέραμε!». Και είμαι σίγουρος πως από εκεί που είναι, αυτή τη στιγμή χαμογελάει. Γιατί οι αγκαλιές του με έκαναν καλύτερο – καλύτερο από τους άλλους, καλύτερο από καθένα που δεν εκτιμά τις ιστορίες.
Οι ιστορίες… Να τις αγαπάτε τις ιστορίες. Να τις λέτε στους φίλους σας. Ακόμα και πειραγμένες, αν θέλετε. Δεν πειράζει. Αρκεί όταν τις λέτε να μη χάνουν το νόημά τους. Ο κόσμος θυμάται τις ιστορίες, νομίζει πως έχει μάθει ένα κρυφό μυστικό και το διαλαλεί με ενοχική μανία. Και αν θέλουμε να δώσουμε αξία στη στιγμούλα, όλοι έχουμε μια ιστορία να διηγηθούμε για αυτή. Και αν φτάσει κάποια μέρα η στιγμή να γίνω εγώ ο Αντωνάκης, οι ιστορίες μου θα ‘ναι αυτές που θα θέλω ο ανηψιός μου να θυμάται από μένα.
Γιατί οι ιστορίες μου είμαι εγώ. Και εγώ είμαι γεμάτος από ιστορίες.

Κ.

Σάββατο, 27 Ιουνίου 2015

Δεν είναι ο κόσμος μου αυτός

Γεννήθηκα στην πιο «αναπτυσσόμενη» εποχή της Ελλάδας, στα τέλη του 1988. Τότε, η Ελλάδα προσπαθούσε να γίνει Ευρώπη. Ο Έλληνας ποτέ δεν έγινε, αυτό είναι μια άλλη υπόθεση.

Θυμάμαι να ακούω τον πατέρα μου να λέει πως το 1988 θα μπορούσε η οικογένειά μου να χτίσει το ξενοδοχείο της με τίποτα «γιατί τότε υπήρχαν τα ΜΟΠ». Δεν το έκανε, γιατί ο παππούς μου ήταν ένας κλασικός Έλληνας επιχειρηματίας που δεν άκουγε. Δεν βαριέσαι, να ‘ναι καλά και για αυτά που έκανε.

Παράλληλα, ο πατέρας μου δούλευε μερόνυχτα σε πολυεθνικές του ’90 για να γίνει αυτό που είναι, ενώ η μητέρα μου από το 1990 ανέλαβε μια επιχείρηση που της δόθηκε με «απευθείας ανάθεση», χωρίς να το ζητήσει η ίδια. Όλα πήγαν κατ’ ευχήν. Για πάνω από 20 χρόνια. Γιατί; Επειδή δουλεύανε όλοι.

Στο μεταξύ εγώ παρακολουθούσα τα πρότυπα. Βοηθούσα όπου μπορούσα. Θυμάμαι να κοιμάμαι στα γκρι 70s δέρματα μιας Μερσεντές του ’71, μέχρι η μαμά μου (περίπου 25 ετών τότε) να μιλήσει με ένα κάρο απατεωνίσκους που έχτιζαν την επιχείρησή της. Θυμάμαι και τον μπαμπά μου να με αφήνει σε μια σουίτα ξενοδοχείου, ενώ εγώ φοβόμουν να μείνω μόνος μου στα 5 μου, για να κατέβει δυο ορόφους πιο κάτω, επειδή βράδυ Πρωτοχρονιάς έβγαζε αποτελέσματα της χρονιάς. Ποτέ δεν παραπονέθηκα που όλοι στην οικογένειά μου δούλευαν τόσο.

Μεγάλωσα και ξεκίνησα να δουλεύω κι εγώ μαζί τους. Από τα 11 μου, κάθε καλοκαίρι μου το έφαγα δουλεύοντας. Κάθε χρονιά δεν πήγαινα διακοπές, κάθε μεσημέρι δεν μπορούσα να πάω σε μια παραλία επειδή η θέση μου ήταν στην επιχείρηση της οικογένειάς μου. Έμαθα να κάνω «αφίξεις» στα 11 για να βοηθάω τη μαμά μου, έμαθα να πουλάω κοκακόλες σε χαζοχαρούμενους Βρετανούς, έμαθα τα πάντα, όσα χρειαζόταν η οικογένειά μου.

Μετά μεγάλωσα κι άλλο. Άφησα τη ζωή μου στην Αθήνα, πήγα στο νησί μου. Φαντάσου γιατί… Γιατί όλοι δουλεύαμε και εκεί θα ήταν πιο αποδοτικό όλο αυτό. Μας εξαπάτησαν – για εύσημο το ‘χω. Δεν γίναμε κακοί άνθρωποι, δουλέψαμε περισσότερο. Πλέον τα πράγματα ήταν 50-50. Εγώ και η μάνα μου. Μέχρι τα 21 μου δούλευα όσο περισσότερο μπορούσα, γιατί αυτή ήταν η θέση μου απέναντι στην κοινωνία. Δεν παραπονέθηκα στιγμή που διάβαζα νύχτες μόνος μου, ενώ η μαμά μου γυρνούσε από τουριστική έκθεση σε τουριστική έκθεση, από χώρα σε χώρα, για το καλό πρωτίστως του τόπου της και ύστερα της επιχείρησής της - ίσως για ίδιον όφελος δεν έκανε τίποτα σημαντικό στην συνδικαλιστική της δράση).

Στα 22 μου τέλειωσα τις σπουδές μου και ξεκίνησα το όνειρό μου. Φανταστείτε λίγο τι έκανα… Δούλεψα. Η εκκίνησή μου ήταν η πιο μαγική, αλλά και η πιο απογοητευτική που θα μπορούσε. Δούλεψα με αυτούς που θαύμαζα και η κατάσταση κατάφερε να τους απομυθοποιήσουν. Όμως δεν το έβαλα κάτω, δούλευα μέχρι την τελευταία ώρα. Και αυτό, επειδή η αγορά εργασίας στην ουσία της είναι δίκαιος μηχανισμός, απέδωσε. Παράπονο δεν έχω.

Και έτσι συνεχίζω μέχρι σήμερα. Λυσσάω τις ώρες που δεν δουλεύω. Ζω μέσα από αυτό. Και στήριξα όλη μου τη φιλοσοφία στο να δουλεύω περισσότερο για να μην μπορεί κανένας να μου πει πως αυτά τα λίγα ή πολλά που απολαμβάνω τα έχω παράνομα. Τιμώ αυτούς που με πλήρωσαν, θυμάμαι αυτούς που δεν το έκαναν. Επίσης, δεν ξεχνώ ποτέ και αυτούς που δεν εκτίμησαν ποτέ την αμέριστη διάθεσή μου να δουλέψω. Με εκνευρίζει να μην το βλέπει κάποιος αυτό.

Σε λίγους μήνες γίνομαι 27. Τα τελευταία 15 χρόνια, λοιπόν, δουλεύω. Διάβαζα και δούλευα. Πήγαινα πανεπιστήμιο και δούλευα. Είχα τη δυνατότητα να βγαίνω τα βράδια, αν είχα αντοχές, επειδή δούλευα. Έκανα ταξίδια, επειδή δούλευα. Ό,τι έχω το δούλεψα.
Σαν και μένα υπάρχουν δεκάδες παιδιά στην ελληνική κοινωνία. Δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Δεν τα βρήκαμε όλα έτοιμα. Μπορεί να βρήκαμε κάποια, όχι όλα όμως. Επίσης, μπορεί αυτά που βρήκαμε, να βοηθήσαμε να συνεχιστούν ή να γίνουν περισσότερα. Είναι άδικο να βρεθούμε, στην πιο παραγωγική φάση της ζωής μας, σε μια χώρα με οικονομικό, εμπορικό, πολιτιστικό και αναπτυξιακό εμπάργκο. Είναι άδικο να τιμωρηθεί ένας λαός για πράγματα για τα οποία δεν ευθύνεται. Είναι άδικο να ακυρωθούν ό,τι σπουδές έκανα – γιατί φυσικά η ενωμένη Ευρώπη είναι πολύ διαφορετική αγορά από οποιαδήποτε άλλη. Είναι άδικο να βρεθώ εκτός των ονείρων και των προσδοκιών μου.

Γεννήθηκα στην Ελλάδα. Μια ευρωπαϊκή χώρα, από το 1979. Η ΟΝΕ και το ευρώ είναι κάτι πολύ μεταγενέστερο, για το οποίο ο Έλληνας δεν ρωτήθηκε. Θα πρέπει να αναγνωρίσει επιτέλους η Ευρώπη ότι η Ελλάδα είναι μέλος της. Δεν είναι το άπορο ανιψάκι της, που δεν θα του πάρει λαμπάδα το Πάσχα. Αν βρεθούμε εκτός ΕΕ, θα είναι καταστροφή. Αν μείνουμε εντός ΕΕ, έτσι όπως το θέλουν, θα είναι επίσης μια καταστροφή.

Γιατί η Ελλάδα πρέπει να τιμωρηθεί με μια καταστροφή; Τι ακριβώς έκανε για να το πληρώσει αυτό; Δεν έκλεψε τα χρήματα που χρωστά, της δόθηκαν. Ίσα ίσα βοήθησε για να κερδηθούν εκατομμύρια ευρώ στην πλάτη της, εκατομμύρια που τώρα βρίσκονται σε ευρωπαϊκούς λογαριασμούς μακριά από τη χώρα που τα παρήγαγε επί δεκαετίες.
Δεν είμαι ειδικός, δεν είμαι καν γνώστης. Είμαι απλά ένας άνθρωπος που δεν θέλω να δω τη χώρα μου, τους συνανθρώπους μου, να ζουν με δελτία, χωρίς βασικά αγαθά, χωρίς το δικαίωμα στο ρεύμα, το νερό, τη μάθηση και την εργασία.


Μου λείπει το 2004, αλλά πλέον μου λείπει και η ελπίδα μου για το αύριο. Και αν με ρωτάτε γιατί είμαι τόσο απαιτητικός απέναντι στο αύριο, θα σας πω αυτό ακριβώς με το οποίο ξεκίνησα. Έχω δουλέψει πάρα πολύ για να με καταδικάσεις έτσι, αγαπημένη μου Ευρώπη. 

Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2015

Πιο ωραία είναι η μάχη, όταν δεν υπάρχει ελπίδα.



Και κάπως έτσι η αυλαία πέφτει. Σε λίγες μέρες ο Βαγγέλης Γιακουμάκης θα είναι μια ανάμνηση. Όπως ανάμνηση έγινε και το Norman Atlantic, τα αεροπλάνα που χάθηκαν, το ατύχημα στα Τέμπη, το «Σάμινα» και καμιά δεκαριά ακόμα εθνικά δράματα που τα ζήσαμε σε ζώνη υψηλής τηλεθέασης – εσχάτως και ευκρίνειας.

Σε μια χώρα που καταρρέει, ως λαός ζητάμε ουσιαστικά οι ξένοι να δείξουν ανοχή και συμπόνια στην κατάντια που μας έφεραν οι ίδιες μας οι επιλογές. Στη χώρα που η γλώσσα της εμπεριέχει το φιλότιμο, λέξη που δεν μεταφράζεται σε άλλη γλώσσα γιατί ίσως δεν ξέρουν τι περιγράφει, γινόμαστε θεατές εθνικών δραμάτων και μετά τα ξεχνάμε, έτσι γιατί ήρθε κάτι άλλο να μας κλονίσει. Συμπόνια πουθενά. Μόνο ενδιαφέρον μέχρι να κλείσει η οθόνη, η σελίδα, η εφημερίδα.

Στεναχωρήθηκα πολύ με το συμβάν, μα ακόμα περισσότερο στεναχωρήθηκα με εμάς. Κατάλαβα πως όσα χρόνια κι αν περάσουν, κάθε οικογένεια έχει μια πληγή. Μια πληγή που διαιωνίζεται. Αν άκουγα τον πατέρα μου, θα έπρεπε να κράζω κάθε κοπέλα που είναι χοντρή ή άσχημη, γιατί δεν είναι αυτό που ο μπαμπάς του περιέγραφε ως «μουνάρα». Έτσι έμαθε κι αυτός να λέει, δεν τον παρεξηγώ. Αν άκουγα τον περίγυρο, θα έπρεπε να δείξω μηδενική ανοχή σε κάθε είδους διαφορετικότητα. Αν άκουγα τους μερικούς δασκάλους μου, δεν θα έπρεπε ποτέ να ασχοληθώ με αυτό που ονειρευόμουν.

Πολύ συνειδητά δηλώνω πως το χειρότερο bullying το δέχθηκα από μία καθηγήτρια μου, όταν πήγα να πάρω το αποδεικτικό των βαθμών μου για την εισαγωγή μου στο Πανεπιστήμιο, όταν γύρισε ειρωνικά και μου είπε ότι δεν πρόκειται να γίνω ένα καθηγητής «σαν κι αυτούς...». Ναι, αν γινόμουν καθηγητής, θα ήμουν ένας πολύ καλύτερος καθηγητής. Αν γινόμουν καθηγητής θα ήθελα να είμαι ένας άνθρωπος που θα βρισκόταν εκεί για να μοιραστεί με τα παιδιά κάποιες γνώσεις, αλλά κυρίως να τα μάθει να ζουν ελεύθερα. Με αξίες, ιδανικά, ήθη και έθιμα που αξίζει και όχι που πρέπει να μεταφέρουμε από γενιά σε γενιά.

Ναι, το παραδέχομαι. Ήμουν ένας «Βαγγέλης», που έτυχε να έχω μια μάνα που με στήριζε και δυο, τρεις φίλους που είχαν το σθένος να σταθούν δίπλα μου κάτι βράδια και πρωινά που δεν ήθελα να βγω από το σπίτι μου. Αυτή η μικρή ομάδα των 4-5 ατόμων με έκανε να συνεχίσω, μου έδωσε την ελευθερία που δεν απέκτησαν ποτέ οι άνθρωποι που με πυροβολούσαν καθημερινά, λεκτικά ή πρακτικά.

Τσατίζομαι που παιδιά σαν τον Βαγγέλη, σε κάθε μήκος και πλάτος της γης, το βάζουν κάτω. Σε καταλαβαίνω ρε φίλε, αλλά όχι, δεν το αξίζουν τα καθάρματα να τους κάνεις τη χάρη. Αλλά εδώ είναι που χρειάζονται οι οικογένειες, αλλά και οι εκπαιδευτικοί. Καταλαβαίνω γιατί το έκανες, ρε Βαγγελάκη. Σε καταλαβαίνω γιατί πέρασε και από το δικό μου το μυαλό κάποτε. Και να σου πω κάτι; Δεν ξέρω ποιος είναι ο πιο δυνατός από τους δυο μας. Εγώ, που μηδένισα τα κοντέρ, έβαλα μπροστά το όνειρο (που κάποιος η μάνα μου μου δίδαξε πως είναι πάνω από όλα) και προσπάθησα πέντε πράγματα παραπάνω, έξω από τις απαγορευμένες ζώνες; Εσύ, που είπες “δεν πάει άλλο, εγώ φεύγω από αυτόν τον κόσμο που δεν με θέλει μαζί του” και έκοψες το νήμα; Δεν ξέρω. Το σωστό είναι αυτό που έκανα εγώ, το ξέρω. Αλλά more or less, ακόμα τυραννιέμαι να αποδείξω πως δεν είμαι ελέφαντας. Κι αυτό που έκανες, θέλει δύναμη πολλή. Αλλά να ξέρεις, φίλε, πως έγινες αφορμή για κάτι μεγάλο. Έγινες αφορμή να μιλήσουν άνθρωποι σε αυτή τη χώρα και αυτό είναι κάτι που θα θυμόμαστε πάντα.

Όσο για την κοινωνία που ζω, μεγαλώνω και ίσως φέρω και ένα παιδί να ζήσει σε αυτή, στην τελική, δεν ενδιαφέρομαι. Έμαθα να σέβομαι αυτόν που νιώθω ότι έχει μια ανοιχτή αγκαλιά για τον καθένα. Έμαθα να σέβομαι τη διαφορετικότητα και εφόσον με ενοχλεί -ναι και μένα με ενοχλεί η υπερβολή της- να της δίνω χώρο να ζήσει, να αναπνεύσει και να δημιουργήσει εκεί που αισθάνεται η ίδια αποδεκτή.

Αλήθεια, πόσες φορές σκεφτήκατε να δείξετε αποδοχή στον διπλανό σας για αυτό που είναι; Δεν μιλάω ούτε για σεξουαλικές συμπεριφορές, ούτε για ακρότητες. Μιλάω για τα χαρακτηριστικά αυτά, του καλύτερού σας φίλου, που δεν δεχθήκατε ποτέ. Ξέρω καλά κατά πόσο με αποδέχονται ακόμα και οι στενότεροι μου φίλοι. Και το ζυγίζω μέσα μου, πιστέψτε με.

Όσο για εσάς, φιλαράκια, που προσπαθείτε να νικήσετε το τέρας, μια λύση υπάρχει. Ανακωχή. Όσο φυσάει, η πυρκαγιά θεριεύει. Όσο απαντάς, το κακό μεγαλώνει. Βλέπουν ότι μασάς και στο κάνουν χειρότερο. Μη μασάς. Ζήσε εσύ, όπως θες. Την κάθε σου μέρα. Αν είναι να κλείσεις την πόρτα σου, πίστεψέ με υπάρχουν διέξοδοι. Δες τηλεόραση, άκου μουσική, μίλα στον υπολογιστή, διάβασε βιβλία, ασχολήσου με ένα άθλημα αφού εξακριβώσεις πως δεν είσαι έρμαιο του κινδύνου που σε κατατρέχει. Γενικά, αν ο δρόμος που μπήκες είναι ή στον έκαναν προβληματικό, πίστεψέ με υπάρχει κι άλλο δρομάκι. Ίσως δεν είναι εθνική οδός, αλλά θα σε πάει κάπου. Μακριά από το πρόβλημα.

Και αγαπημένη μου κοινωνία, άντε και γαμήσου για το τι θα πεις. Εγώ είμαι εδώ, ακόμα εδώ. Ψάχνω έναν άνθρωπο να βρω. Και θα τον βρω. Όπως πίστεψε πως θα γλιτώσω από τα άσχημα, θα καταφέρω να φέρω κοντά μου και τα πιο ωραία. Γιατί η ζωή είναι δρόμος και εγώ οδηγός.




Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

Το τέρας στο τέλος του πύργου

Υπάρχουν κάποια παιδιά που στη ζωή τους αντιμετωπίζουν δυσκολίες. Ας το παραδεχτούμε, δεν είναι και τόσο τυχερά. Το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένη η ψυχή τους δεν έχει την ίδια σκληράδα με κάποια άλλα παιδιά. Μπορεί το μεγαλείο της ψυχής τους να είναι δεκάδες φορές μεγαλύτερο, οι αντοχές τους, όμως, είναι περιορισμένες.

Υπάρχουν παιδιά που φοβούνται να πάνε στο σχολείο το πρωί, όχι επειδή δεν έχουν διαβάσει καλά τη «μετάφραση» στα Αρχαία, αλλά επειδή φοβούνται αυτόν που είδαν στην πόρτα του σχολείου τους. Υπάρχουν παιδιά που δεν ήξεραν πώς και αν θα πάνε πενθήμερη στο Λύκειο, επειδή ήξεραν καλά ότι οι όποιοι φίλοι είχαν δεν ήταν αρκετοί ώστε να βγουν μπροστά και να πουν πως τα θέλουν στο δωμάτιό τους κατά τη διάρκεια της εκδρομής. Υπάρχουν παιδιά που μπαίνοντας στην τάξη δεν ξέρουν ποιους απολίτιστους μπορεί να συναντήσουν δίπλα στην πόρτα και τι βρωμιές θα ακούσουν για την ύπαρξή τους.

Υπάρχουν παιδιά που λίγο έλειψαν να το βάλουν οριστικά κάτω και να μην αγωνιστούν για τίποτα από όλα όσα ονειρεύτηκαν, επειδή κάποιοι αμόρφωτοι άνθρωποι τους είπαν «πρέπει να φύγεις από εδώ» θεωρώντας μια μικρή πόλη της επαρχίας το γκέτο που τους κληρονόμησε ο μπαμπάς ή ο τραμπούκος θείος τους. Υπάρχουν παιδιά που έσφιξαν τα δόντια τους για να μην ξεσπάσουν σε λυγμούς, ακούγοντας δεκάδες προσβολές κατά τη διάρκεια πολλών, πολλών ημερών, μπροστά στους φίλους τους. Υπάρχουν παιδιά που έφτασαν στα άκρα.

Αυτά τα παιδιά ήταν που έβρισκαν διέξοδο στο γράψιμο ή τη μουσική. Αυτά τα παιδιά κλείστηκαν αρκετά βράδια στο δωμάτιό τους με τον σκύλο τους, μιλώντας του θεωρώντας πως ήταν ο μόνος φίλος τους. Αυτά τα παιδιά δεν ήθελαν να πάνε στα ιδιαίτερα μαθήματά τους, που ήξεραν πολύ καλά πως θα διέπρεπαν αν πήγαιναν, απλά επειδή ένιωθαν τόσο κουρασμένα από το πρωί στο σχολείο. Αυτά τα παιδιά έψαχναν σωσίβια σε παρέες- λύσεις ανάγκης για χρόνια μέχρι να βρεθεί ένας άνθρωπος να τα καταλάβει πραγματικά.

Αυτά τα παιδιά μεγάλωσαν και πείσμωσαν να τα καταφέρουν. Πολλά από αυτά τα κατάφεραν. Είτε βρέθηκαν πάνω στη σκηνή των βραβείων Όσκαρ, είτε σε ένα γραφείο προσπαθώντας να μεταδώσουν τη γνώση και τη γνώμη τους σε άλλα άτομα. Αυτά τα παιδιά σήμερα θεωρούνται άξια παιδιά των γονιών τους – τι κι αν τότε πολλοί από αυτούς αδιαφορούσαν για το τι περνούσαν. Αυτά τα παιδιά δεν έφταιξαν σε τίποτα γιατί το μυαλό τους δεν έτρεχε πίσω από μια μπάλα ποδοσφαίρου, όπως όλων των υπολοίπων. Αυτά τα παιδιά ξέρουν τι πάει να ΠΡΟΣΠΑΘΩ, ΕΛΠΙΖΩ, ΔΟΥΛΕΥΩ, ΚΑΤΑΦΕΡΝΩ.

Ευτυχώς αυτά τα παιδιά κάποια μέρα βρίσκουν φίλους πραγματικούς. Κάποια μέρα βρίσκουν ανθρώπους να τα αγαπήσουν για αυτό που πραγματικά κρύβουν στη ψυχή τους. Κάποια μέρα ακούν τη μουσική που τους αρέσει χωρίς φόβο και πάθος. Κάποια μέρα δεν κλείνονται στο δωμάτιό τους για να αποφύγουν τα αδιάκριτα βλέμματα.

Δυστυχώς αυτά τα παιδιά εξακολουθούν και ως μεγάλοι να φοβούνται ποιος θα βρεθεί στον δρόμο τους στην επόμενη γωνία. Αυτά τα παιδιά εξακολουθούν να φοβούνται μην πληγωθούν. Αυτά τα παιδιά εξακολουθούν να κλαίνε τα βράδια, γλύφοντας τις πληγές τους που ακόμα πονάνε και ας μην είναι ανοιχτές.

Ένα από αυτά τα παιδιά είμαι κι εγώ. Και δεν ντρέπομαι. Για τον δρόμο που διένυσα. Για αυτά που πέρασα. Για αυτά που κατάφερα.


Ο σχολικός εκφοβισμός, η βίαιη συμπεριφορά και το bullying είναι έγκλημα κατά της ψυχής ανυπεράσπιστων παιδιών και πρέπει να διώκεται όσο και ένα έγκλημα εναντίον ενός ενήλικα. Βοηθήστε όλοι ώστε κάθε χρόνο ολοένα και λιγότερα παιδιά να κλαίνε μόνα στο δωμάτιό τους για όσα αντιμετωπίζουν.